Οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου στην Ιεραποστολή στην Κεντρική Τανζανία

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση και το φως του χρύσιζε τα χωμάτινα μονοπάτια και τα φτωχικά σπίτια του μικρού χωριού Κιπέρα. Ο ουρανός είχε πάρει εκείνο το χρυσοκόκκινο χρώμα που μοιάζει να αγκαλιάζει τη γη. Ήταν μια ώρα γαλήνης. Η φύση σιωπούσε απαλά, σαν να περίμενε κάτι ιερό να συμβεί.

Στην ταπεινή Εκκλησία του χωριού άρχισαν να συγκεντρώνονται σιγά σιγά οι χωρικοί. Ένας-ένας περνούσαν το κατώφλι του Ναού, προσκυνούσαν και στέκονταν με σεβασμό μπροστά την εικόνα της Παναγίας. Παιδιά με φωτεινά μάτια, γυναίκες με πολύχρωμα υφάσματα και ηλικιωμένοι, στέκονταν σιωπηλοί και περίμεναν με λαχτάρα την ακολουθία των Χαιρετισμών της Θεοτόκου.

Στο Ιερό Βήμα στεκόταν ο π. Μάξιμος, ιερομόναχος από την Ελλάδα, που είχε ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα από την Ελλάδα για να βρεθεί κοντά σε αυτούς τους ανθρώπους και να μοιραστεί μαζί τους τη χαρά της πίστης. Το φως των κεριών φώτιζε απαλά το πρόσωπό του, ενώ η σιωπή της προσευχής απλωνόταν στον χώρο. Η καμπάνα της μικρής εκκλησίας ακούστηκε απαλά. Με ευλάβεια φόρεσε το πετραχήλι του και άρχισε την Ακολουθία.

Καθώς ακούστηκαν οι πρώτοι ύμνοι, οι πιστοί άρχισαν να ψάλλουν μαζί και με συγκίνηση. Τα παιδιά κοιτούσαν γύρω τους με δέος, σαν κάτι ιερό και όμορφο να συνέβαινε εκείνη τη στιγμή. Και πράγματι ήταν στιγμή ευλογημένη. Η φωνή του πατρός Μαξίμου, ήρεμη και γεμάτη προσευχή, άρχισε να απαγγέλει τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Κάθε «Χαίρε» ακουγόταν σαν μικρό φως μέσα στην ψυχή. «Χαίρε δι’ ης η χαρά εκλάμψει, Χαίρε δι’ ης η αρά εκλείψει». Τα παιδιά κρατούσαν σφιχτά τα μικρά κεριά. Οι γέροντες έκλειναν τα μάτια. Οι μητέρες δάκρυζαν σιωπηλά. Όλοι μαζί επαναλάμβαναν το «Χαίρε» ή το «Αλληλούια» στο τέλος κάθε Οίκου.

Ο πατήρ Μάξιμος διάβαζε τους Χαιρετισμούς με συγκίνηση. Ήξερε πως σε εκείνο το μακρινό χωριό της Αφρικής, η πίστη είχε ριζώσει βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Οι Χαιρετισμοί της Παναγίας, που ψάλλονται εδώ και αιώνες σε ναούς και μοναστήρια της Ορθοδοξίας, αντηχούν πλέον στη γη της Αφρικής. Στην ταπεινή εκκλησία του Κιπέρα, τόσο μακριά από τις μεγαλουπόλεις και τους θορύβους, οι ψυχές των ανθρώπων ενώνονταν γύρω από την Παναγία. Την Μητέρα της Ελπίδος, τη Μητέρα που ακούει κάθε προσευχή, είτε προφέρεται σε μεγάλους καθεδρικούς ναούς, είτε στα μικρά χωριά της Αφρικής.

Όταν ολοκληρώθηκε η Ακολουθία, ο π. Μάξιμος μοίρασε ευλογία μικρές εικόνες της Παναγίας. Οι πιστοί πλησίασαν με ευλάβεια και άπλωναν τα χέρια με σεβασμό για να τις πάρουν. Τα πρόσωπά τους φωτίζονταν από χαρά. Κάποιοι φίλησαν τις εικόνες με δάκρυα στα μάτια. Άλλοι τις κρατούσαν στο στήθος τους, σαν να κρατούσαν κάτι πολύτιμο. Και πράγματι ήταν πολύτιμο. Ήταν ένα μικρό παράθυρο παρηγοριάς και ελπίδας.

Λίγο αργότερα, καθώς το φως της ημέρας έσβηνε και η γη ντυνόταν με τη γαλήνη του δειλινού, ο πατήρ Μάξιμος μαζί με εθελοντές ξεκίνησαν για το κοντινό χωριό Μπούμι. Ο δρόμος ήταν χωμάτινος, γεμάτος σκόνη, μα οι καρδίες τους γεμάτες χαρά. Οι άνθρωποι είχαν ήδη συγκεντρωθεί στο προαύλιο της Εκκλησίας. Όλοι μαζί έψαλλαν το «Τῇ Υπερμάχῳ» στα Σουαχίλι. Ο πατήρ Μάξιμος μαζί με τους εθελοντές μοίρασαν κι εδώ εικόνες και γλυκίσματα στους κατοίκους.

Εκείνο το βράδυ σε αυτά τα δύο μικρά χωριά της Τανζανίας, οι άνθρωποι ένιωθαν πως η Παναγία, η Μητέρα όλου του κόσμου, άπλωνε το στοργικό της βλέμμα και σε αυτούς και ότι γίνεται πάντα ελπίδα και παρηγοριά για κάθε άνθρωπο που Την επικαλείται.

Έτσι, κάτω από τον έναστρο ουρανό της αφρικανικής νύχτας, το Κιπέρα και το Μπούμι έγιναν για λίγο ένας μικρός κήπος προσευχής, όπου η πίστη και η ελπίδα άνθιζαν μαζί.