Τα ισχυρότερα κίνητρα επιλογής εργασίας των νέων – «Τα χρήματα δεν είναι το βασικό ζητούμενο»

 «Τα χρήματα παραμένουν σημαντικά, αλλά σπάνια είναι το βασικό ζητούμενο» είπε η Life & Business Coach κ. Στέλλα Ζαφειροπούλου – Ο ρόλος των social media

Του Δημήτρη Κετικίδη

Από την έντυπη έκδοση

«Τύπος Θεσσαλονίκης»

Η αυτονομία, η προοπτική και η αίσθηση εξέλιξης είναι σήμερα τα βασικότερα κίνητρα επιλογής εργασίας των νέων ανθρώπων, με τα χρήματα να παραμένουν σημαντικά, ωστόσο να δείχνουν πως περνούν σε «δεύτερη μοίρα».

Ο «Τύπος Θεσσαλονίκης» επικοινώνησε με την Life & Business Coach κ. Στέλλα Ζαφειροπούλου η οποία μεταξύ άλλων είπε ότι αρχικά «πολλοί δηλώνουν ότι θέλουν απλώς να βγάζουν καλά χρήματα, χωρίς να ξέρουν από ποια εργασία» ωστόσο αυτό αλλάζει στην πορεία των συνεδριών.

Για το ποιοι είναι οι λόγοι που οδηγούν έναν νέο άνθρωπο να απευθυνθεί σε life coach η κ. Ζαφειροπούλου είπε:

 «Το life coaching έχει ένα πολύ ευρύ φάσμα οπότε αν μιλάμε για καριέρα, έρχονται σε career coach. Εξαρτάται από τις ηλικίες. Στις μικρότερες ηλικίες, περίπου 16 έως 20 ετών, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι γονείς. Συνήθως εκείνοι επικοινωνούν μαζί μου όταν το παιδί είναι μπερδεμένο ή ανασφαλές για το τι θέλει να κάνει. Στις περισσότερες περιπτώσεις έρχονται μαζί, όμως ξεκαθαρίζουμε από την αρχή ότι η δουλειά γίνεται με το ίδιο το παιδί.

Από τα 20 και πάνω, το αίτημα συχνά αφορά το βιογραφικό. Το CV όμως δεν είναι ο στόχος. Είναι το “τρέιλερ” και όχι η ταινία. Χρειάζεται να προηγηθεί στοχοθεσία, αυτογνωσία και κατανόηση του πού βρίσκεται κάποιος και πού θέλει να πάει. Το βιογραφικό είναι αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας, όχι αυτοσκοπός. Αν, για παράδειγμα, στοχεύσουμε σε μια καριέρα που απαιτεί χαρακτηριστικά στα οποία κάποιος δεν τα έχει ανεπτυγμένα, ούτε πυρηνικά, χρειάζεται να δούμε αν έχει τις αντοχές και τη διάθεση να τα καλλιεργήσει.»

Η ίδια υπήρξε ξεκάθαρη για το αν ένας life coach μπορεί να «αντικαταστήσει» τον ψυχολόγο:

 «Σε καμία περίπτωση. Δεν είναι ούτε σωστό ούτε επαγγελματικό. Ο coach δουλεύει κυρίως με τη στοχοθεσία. Μου αρέσει το παράδειγμα ότι ο ψυχολόγος ασχολείται με τη ρίζα και το βαθύ κομμάτι, φέρνει στην επιφάνεια το λειτουργικό κομμάτι και ο coach θα πάρει το λειτουργικό κομμάτι, θα θέσουν τον στόχο και θα φτιάξουν και το σχέδιο δράσης για να φτάσουν εκεί. Κανένας coach π.χ. δεν μπορεί και δεν πρέπει να δουλέψει πάνω σε τραύματα.»

Σήμερα, όπως τόνισε, οι νέες γενιές δεν είναι τόσο αισιόδοξες συγκριτικά με τις παλαιότερες, λόγω της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας τα προηγούμενα χρόνια.

 «Δεν βλέπουμε την ίδια αισιοδοξία που υπήρχε σε προηγούμενες γενιές, και αυτό είναι απολύτως λογικό, λόγω των συνθηκών που έχουν μεγαλώσει από το 2009 έως σήμερα.

Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι ότι πολλοί νέοι δεν ξέρουν προς τα πού θέλουν να πάνε. Αλλά και οι συνθήκες έχουν αλλάξει τόσο, που δεν υπάρχει πια ένα κοινό σημείο αναφοράς ανάμεσα στις γενιές, για να μπορούν να τους βοηθήσουν.

Για παράδειγμα, οι γονείς μας συνέδεαν την ασφάλεια με μια μόνιμη θέση εργασίας. Για τους νέους, η ασφάλεια έχει μετατοπιστεί: αφορά περισσότερο την ευελιξία, τις δεξιότητες και το κοινωνικό πλαίσιο. Συχνά όμως πέφτουν και στην παγίδα να μπερδεύουν μια παροδική δυσαρέσκεια με μια κακή επιλογή καριέρας. Κινούνται από πάθος και συναίσθημα, που είναι στοιχεία απαραίτητα, αλλά χωρίς στρατηγική, το πάθος οδηγεί σε αδιέξοδο.

Η δική μου συνεισφορά βοηθά στο να μετατραπεί η παρόρμηση σε ένα συγκροτημένο πλάνο δράσης» είπε.

Αρνητικός φέρεται να είναι σε μεγάλο βαθμό και ο ρόλος των social media στην επιλογή επαγγέλματος για τους νέους ανθρώπους, με την κ. Ζαφειροπούλου να σχολιάζει ότι «βλέπουν εικόνες γρήγορης και εύκολης επιτυχίας που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».

 «Υπάρχει προβληματισμός και ενισχύεται από τα social media. Οι νέοι βλέπουν εικόνες γρήγορης και εύκολης επιτυχίας, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αυτό τους δημιουργεί σύγχυση, αίσθηση αστάθειας και πλήγμα στην αυτοεκτίμηση. Παράλληλα, δυσκολεύονται να επιλέξουν διαδρομές όπως οι τεχνικές σχολές, οι οποίες έχουν τρομερή ζήτηση στην αγορά εργασίας, με φοβερά οφέλη,  γιατί δεν “πουλάνε” το ίδιο εύκολα ως εικόνα.

Ένα βασικό βήμα είναι να περιγράψει και να οραματιστεί κάποιος την ιδανική του καθημερινότητα και να δει ποιοι τομείς μπορούν ρεαλιστικά να τη στηρίξουν» υπογράμμισε.

Αρκετά έντονο όπως ανέφερε είναι και το φαινόμενο να αμφισβητούν και την επιλογή των σπουδών τους, κάτι το οποίο όμως παρατηρείται σε όλες τις ηλικίες.

 «Είναι πολύ συχνό το φαινόμενο σε όλες τις ηλικίες. Το ποσοστό των ανθρώπων που τελικά εργάζονται αποκλειστικά πάνω στο αρχικό τους πτυχίο είναι μικρό. Αυτό συμβαίνει γιατί στην εφηβεία δεν υπάρχει πάντα η ωριμότητα ή το κατάλληλο πλαίσιο υποστήριξης για να γίνει μια συνειδητή επιλογή καριέρας» τόνισε.

Όπως δήλωσε η κ. Ζαφειροπούλου, αν και αρχικά οι περισσότεροι δηλώνουν πως θέλουν να βγάζουν πολλά χρήματα, στην πορεία φαίνεται πως υπάρχουν ισχυρότερα κίνητρα επιλογής εργασίας.

 «Όταν απομακρυνθούν από την πίεση του οικογενειακού περιβάλλοντος, οι νέοι θέλουν κυρίως να έχουν έλεγχο του χρόνου τους.

Θέλουν επίσης να εμπνέονται από αυτό που κάνουν, γιατί διαφορετικά βιώνουν έντονα τη στασιμότητα και την ψυχική εξάντληση.

Πολλοί δηλώνουν ότι θέλουν απλώς να βγάζουν καλά χρήματα, χωρίς να ξέρουν από ποια εργασία. Στην πορεία όμως των συνεδριών φαίνεται ότι ισχυρότερα κίνητρα είναι η αυτονομία, η προοπτική και η αίσθηση εξέλιξης. Τα χρήματα παραμένουν σημαντικά, αλλά σπάνια είναι το βασικό ζητούμενο» σχολίασε.

 «Η καριέρα δεν είναι sprint. Χρειάζεται χρόνο και προσπάθεια. Δεν ακολουθεί πια μια κάθετη διαδρομή, όπως παλιότερα, αλλά μοιάζει περισσότερο με πλέγμα: συνδυάζεις εμπειρίες και δεξιότητες από διαφορετικούς τομείς και έτσι χτίζεις το δικό σου μοναδικό επαγγελματικό αποτύπωμα» ανέφερε στο τέλος.