Δημοσιονομική επιδείνωση 8,73 δισ. ευρώ στο 7μηνο

Επιδείνωση κατά 8,7 δις ευρώ στο πρωτογενές ισοζύγιο καταγράφει η έκθεση για το β τρίμηνο του χρόνου του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2019 λόγω του ξεσπάσματος της πανδημίας. Παρόλα αυτά θεωρεί τις έως τώρα οικονομικές συνέπειες της πανδημίας σημαντικές αλλά «διαχειρίσιμες».

Σύμφωνα με την έκθεση η ύφεση της τάξης του 15,2% που καταγράφηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2020 βάση αποτελεί την κύρια εκδήλωση της διαταραχής που προκάλεσαν τα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης του COVID-19. Η κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας ήταν οριακά εντονότερη από την πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού τον Απρίλιο (-13,7%) κάτι που σε συνδυασμό με τη μικρή ύφεση που καταγράφηκε στο πρώτο τρίμηνο και δεν είχε συμπεριληφθεί στις προβλέψεις μας, υποδηλώνει την επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας πέραν του αναμενομένου.

Παράλληλα με τη μείωση του ΑΕΠ, καταγράφηκε μείωση του πληθωρισμού σε αρνητικά επίπεδα (κοντά στο -2% από τον Ιούνιο μέχρι και τον Αύγουστο) και σημαντική επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (από έλλειμμα 4 δις σε έλλειμμα 7 δις). Από την άλλη πλευρά, η αύξηση του ποσοστού ανεργίας στο 18,3% χαρακτηρίζεται μάλλον συγκρατημένη για το ύψος της ύφεσης και εξηγείται από τα μέτρα στήριξης της οικονομίας . Η σημαντική μείωση των προσλήψεων φαίνεται να αντισταθμίζεται από τη μείωση των απολύσεων όσο παραμένουν σε ισχύ οι υποχρεώσεις διατήρησης των θέσεων εργασίας.

Στο επόμενο διάστημα αναμένεται να αρχίσει η σταδιακή επαναφορά της οικονομίας στα φυσιολογικά της επίπεδα. Ωστόσο, η αναζωπύρωση των κρουσμάτων από τον Αύγουστο και η χαμηλότερη του αναμενομένου πορεία του τουρισμού αυξάνουν την αβεβαιότητα για την έκταση και την διάρκεια της κρίσης και δεν επιτρέπουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Επισημαίνουμε επίσης ότι η άρση των περιορισμών για τις απολύσεις ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική αύξηση της ανεργίας στο επόμενο διάστημα.

Τα δημοσιονομικά στοιχεία καταγράφουν σημαντική επιδείνωση, με το πρωτογενές αποτέλεσμα του επτάμηνου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2020 να διαμορφώνεται σε έλλειμμα 7,7 δις ευρώ, έναντι πλεονάσματος περίπου 1 δις ευρώ στο αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιδείνωσης, δηλαδή σχεδόν τα 8 από τα 8,7 δις ευρώ, προέρχεται από την εφαρμογή των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Με δεδομένο ωστόσο ότι ένα σημαντικό μέρος αυτών των μέτρων αφορά αναστολές πληρωμών φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, δεν είναι ακόμα εφικτός ο εντοπισμός του μέρους εκείνου της δημοσιονομικής επιδείνωσης που προέρχεται από την ίδια την ύφεση και την επίπτωσή της στα δημόσια έσοδα.

Αξίζει ακόμα να σημειώσουμε τον κίνδυνο αντιστροφής της προόδου που έχει συντελεστεί, ιδιαίτερα στη διετία 2018-19, όσον αφορά το ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Η αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου απαιτεί το σχεδιασμό και εφαρμογή ενός εκτεταμένου πλαισίου δράσεων τόσο στο πεδίο της κοινωνικής προστασίας όσο και σε εκείνο της αγοράς εργασίας. Το πρώτο αφορά τη διασφάλιση των εισοδημάτων όσων θα μείνουν άνεργοι, ώστε να συνεχίσουν να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες, και το δεύτερο την εκπαίδευση και κατάρτισή τους με νέες γνώσεις και δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να διεκδικήσουν με αξιώσεις την επαναφορά τους στην απασχόληση.

Συμπερασματικά, τόσο οι μακροοικονομικές όσο και οι δημοσιονομικές συνέπειες της πανδημίας, παρότι δραματικές, παραμένουν διαχειρίσιμες σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Αυτό ωστόσο δεν συνιστά λόγο εφησυχασμού αλλά, αντίθετα, καθιστά επιτακτική την ανάγκη προετοιμασίας της ελληνικής οικονομίας προκειμένου να μπορέσει να αντιμετωπίσει τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις όταν αρθούν οι ειδικές συνθήκες και ευνοϊκές παρεμβάσεις της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής που ισχύουν σήμερα.

Σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη τονίζεται περιέχει πολλές ουσιαστικές διαπιστώσεις και προτάσεις για την ελληνική οικονομία. Ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, της δικαιοσύνης και της εκπαίδευσης, δηλαδή του θεσμικού πλαισίου και της εν γένει διακυβέρνησης, η ενίσχυση της οικογενειακής προστασίας, η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό και η αύξηση του μεγέθους των επιχειρήσεων είναι κρίσιμες προϋποθέσεις για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της χώρας μας. Οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει η έκθεση θα πρέπει να συζητηθούν λεπτομερώς από το πολιτικό προσωπικό της χώρας ώστε να προκύψουν οι αναγκαίες συναινέσεις προκειμένου εκείνες οι μεταρρυθμίσεις που θα συμφωνηθούν να εφαρμοστούν απρόσκοπτα.

error: Content is protected !!