Έθιμα Πρωτοχρονιάς στον Πολύγυρο

Η Πρωτοχρονιά, περισσότερο γνωστή, τα’ Αη-Βασιλιού, άρχισε να προετοιμάζεται από την παραμονή.

Μπροστά στο τζάκι, ανασκουμπωμένες η γιαγιά και η μαμά, έπιαναν τη μαγιά και στη συνέχεια ζύμωναν το ζυμάρι για τα κλίκια, γλυκαίνοντάς τα με λίγη ζάχαρη.

Στην αλευρωμένη τάβλα, τα καλοέπλαθαν κι έδειναν τα σχήματα που ήξεραν.

Αετούς, πουλιά και κρικέλες. Έναν ολόκληρο κόσμο, εμψυχωμένο πάνω στο ζυμάρι.

Και τα τηγάνιζαν σ’ ένα ταψί γεμάτο με φρέσκο λάδι, από την πλούσια σοδιά των Πολυγυρινών.

Ακολουθούσε η διαδικασία της Αηβασλόπτας, του πτιαρ, όπως το έλεγαν. Το έπλαθαν στρογγυλό, κι έβαζαν μέσα τον παρά, ένα ασημένιο γρουσούδ, που του είχε μείνει ενθύμιο από την τουρκοκρατία.Και ύστερα το στόλιζαν με αμύγδαλα και το τηγάνιζαν στο τηγάνι.

Τα παιδιά ήταν όλο σχέδια για τη μέρα που ξημέρωνε.Με ποιους παρέα θα πουν τα κάλαντα.Τι ώρα θα ξεκινήσουν κι ακόμα σε ποια σπίτια θα πάνε να πουν και ποια κάλαντα θα πουν.

Βαριά χειμωνιά συνήθως. παγωμένοι οι δρόμοι. Ή άλλο χειρότερο, η λαπαβίτσα, το λιωμένο χιόνι.

Στις 4 και στις 5 η ώρα το πρωί, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς άκουγες τις πρώτες φωνές από τα πιο μεγάλα παιδιά, με τον τρουβά στον ώμο για τα καρύδια, τα σύκα, τα ξυλοκέρατα, τα κάστανα και ένα κοντάρι στο χέρι που λεγόταν Τζουμάκα, για να περνούν σ’ αυτό τα κλίκια που είχαν συνήθως σχήμα κρικέλας.Πήγαιναν πρώτα από τα γειτονικά σπίτια, για το ποδαρικό, χτυπούσαν με τις τζουμάκες τις πόρτες για το χαρούμενο ξύπνημα κι έλεγαν το τραγούδι:

Γινάρης ξημερώνει κι Άγιους Βασίλης έρχιτι

απ’ την Καισαρεία.

Βαστάει εικόνα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι

του καλαμάρι έγραφει κι του χαρτί μιλούσι

Βασίλημ πόθεν έρχισι κι πόθεν κατεβαίνεις;

Από τη μάναμ έρχομαι και

στου Σκολιό πηγαίνω

Και σαν ήξερες γράμματα,

πες μας την Άλφα- Βήτα.

Και στο ραβδί ακούμπησε να πει την Άλφα-Βήτα

και το ραβδί ήταν χλωρό

και βλάστησε βλαστάρια

κι απάνω στα ξεβλάσταρα πέρδικες κατοικούσαν

χαμουπετάει η πέρδικα, χιμά η περιστέρα,

παίρνει νερό στα νύχια της κι χιόνι στα φτερά της

δροσί και το αφέντη μας,

δρουσί και την κυρά μας.

Σ’ αυτό το σπίτι πού ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει

κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει

και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άνοιγαν οι πόρτες κι εμφανίζονταν χαρούμενες νοικοκυρές και καλοκάρδιζαν τα παιδιά δίνοντάς τα ότι καλούδια είχαν στο σπίτι, καθώς και παράδες.

Κι ήταν όλα τα σπίτια στολισμένα, με την απέραντη ποικιλία της λαικής τέχνης και παράδοσης.

Ευχές. Κι απ’ τα’ χρόν μι υγεία,

να γίντι τρανά πιδιά, να’ στι καλά.

Οι πιο νταήδες, οι δύσκολοι, αυτοί που δεν παρακαλούσαν έλεγαν λίγα λόγια για κάλαντα.

Θειά καλήμ καλημέρα

δομ θειά, του κλικ

να μη συ φαν οι λυκ

 

Και με το άνοιγμα της πόρτας, χώνονταν μέσα κι έτρεχαν κατ’ ευθείαν στα τζάκια να πυρώσουν τα παγωμένα χέρια τους.

Όταν τα σπίτια άνοιγαν ήταν όλα καλά κι όλα χαρούμενα.Όταν όμως τα παιδιά τα έλεγαν άδικα και η πόρτα δεν άνοιγε το τραγούδι ήταν έτοιμο στα χείλη:

Σ’ αυτού του σπίτι πούρθαμι

γιουμάτου καλιακούδια

τα μσά κλοσούν, τα μσά γινούν

τα μσά σας βγάζν τα μάτια.

 

Άρχιζαν από τα Ανήλια και συνέχιζαν στα Αλώνια, στα Γύφτκα, στα Κότσαλα, στις Φυλακές στου Λβάδ στις Εξ βρύσες και μετρούσαν τα κλίκια και κυρίως τα ζαχαρωτά κουλούρια, που σπάνια έδιναν τα πιο πλούσια σπίτια.Αλλά κυρίως, η μεγάλη χαρά ήταν οι δραχμές.

Τα μικρά παιδιά με τα καλαθάκια στα χέρια ξεκινούσαν να πουν τα δικά τους κάλαντα, που τους μάθαιναν οι γιαγιάδες.

Σήκου κυρά μου κι άνοιξει

την πόρτα την καρένια

έχω δυο λόγια να συ πω

γλυκά κι ζαχαρένια.

Του καλάθι μ’ θελ’ αυγά

κι η τσέπη μου καρύδια

κι του χρυσό μαντήλι μου

πιντ’ έξι μιταλικά.

 

Ήταν και τα κάλαντα που μάθαιναν τα παιδιά στο σχολείο.Αυτά τα άκουγαν οι γιαγιάδες χωρίς να τα πολυκαταλαβαίνουν.

Νέον έτος αριθμεί

και του Χριστού η περιτομή

και η μνήμη του Αγίου Ιεράρχη Βασιλείου.

Του χρόνου μας καλή αρχή

και ο χριστός μας προσκαλεί

την κακίαν ν’ αρνηθώμεν

με αρετάς να στολιστώμεν

Να ζώμεν βίον τέλειον, κατά το Ευαγγέλιον.

Με αγάπη με ειρήνη και με δικαιοσύνη.

Όταν ο κατάλογος με τα σπίτια έκλεινε, ήταν μεσημέρι. Στο σπίτι τους περίμενε το χαρούμενο τραπέζι όπου ο πατέρας έκοβε την Αηβασλόπτα, (του πτιαρ) για το καλό του χρόνου.Κι όποιος έπαιρνε τον παρά.Εκείνον το χρόνο θα ήταν ο τυχερός, ο προστάτης της οικογένειας. Η χαρά του παππού και της γιαγιάς, φέτος δεν θα πέθαιναν, αφού πήραν τον τυχερό παρά.

Τι θα αγόραζαν τα παιδιά με τις δραχμές που μάζεψαν; Οι ελλείψεις ήταν πολλές και οι επιθυμίες αμέτρητες.

error: Content is protected !!