Το μυστήριο με τις κομμένες μύτες στα αγάλματα των Αιγυπτίων

Τοποθετημένα σε περίοπτες θέσεις στα μεγάλα μουσεία του κόσμου βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της προσοχής των επισκεπτών και στο στόχαστρο του φωτογραφικού τους φακού. Αγάλματα διάσημων φαραώ και πανίσχυρων κάποτε θεοτήτων, μάρτυρες της αλλοτινής δύναμης, τα περισσότεροι είναι θύματα μιας κοινής μοίρας: είναι ακρωτηριασμένα. Η σπασμένη μύτη, τα κομμένα αφτιά και χέρια στα αιγυπτιακά αγάλματα πολλοί από τους επισκέπτες τα αποδίδουν στη φθορά του χρόνου ή στο μένος των χριστιανών.

Το δοκίμιο όμως του αμερικανού αιγυπτιολόγου και επιμελητή αρχαιοτήτων στο Μουσείο του Μπρούκλιν Εντουαρντ Μπλάιμπεργκ, στον τόμο «Καθηλωτική δύναμη: Εικονοκλασία στην Αρχαία Αίγυπτο», εξηγεί για ποιους λόγους η «κακοποίηση» των γλυπτών στην αρχαία Αίγυπτο μόνο στην τύχη ή τον χρόνο δεν μπορεί να αποδοθεί.

Μεταξύ υπερφυσικού και επίγειου

Στην αρχαία αιγυπτιακή γλώσσα, οι λέξεις «γλυπτική» και «γλύπτης» υπογραμμίζουν ότι τα αγάλματα είναι ζωντανά. Η λέξη «γλυπτική» σημαίνει κυριολεκτικά «ένα πράγμα που έχει φτιαχτεί για να ζήσει», ενώ ένας γλύπτης είναι «αυτός που του εμφυσά τη ζωή». Κι αυτό διότι πίστευαν ότι τα είδωλα ανεξαρτήτως του υλικού κατασκευής τους – λίθος, μέταλλο, ξύλο, πηλός ή ακόμα και κερί – αποτελούσαν το σημείο συνάντησης μεταξύ του υπερφυσικού και του επίγειου, ότι μέσα τους μπορούσαν να φιλοξενήσουν μια δύναμη που ήταν είτε θεϊκή είτε η ψυχή ενός αποθανόντος ανθρώπου που αποκτήσει θεϊκές ιδιότητες.

Οι δυνάμεις αυτών των ανθρωπόμορφων ειδώλων θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν μέσω ειδικών τελετών και η εξουσία τους θα μπορούσε επίσης να τους αφαιρεθεί μέσω σκόπιμης βλάβης είτε στα μέλη του σώματος είτε στα σύμβολα (εγκόσμιας ή θείας εξουσίας) που έφεραν, είτε ακόμη και στην επιγραφή που συνόδευε το γλυπτό και το ταυτοποιούσε με τη θεότητα ή το ισχυρό πρόσωπο, καθώς έτσι αποκοβόταν η πηγή της δύναμης από την εικόνα.

Οι επιθέσεις στα αγάλματα ήταν στοχευμένες. Οταν κάποιος ακρωτηρίαζε το αριστερό χέρι ήθελε να εμποδίσει το είδωλο να προσφέρει, καθώς το αριστερό ήταν το χέρι της προσφοράς. Οταν έκοβε το δεξί ήθελε να στερήσει από το πρόσωπο που απεικονιζόταν τη δυνατότητα να δεχτεί προσφορές. Σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις ο δράστης προκαλούσε καταστροφή και στα δύο άνω άκρα.

Ωστόσο οι βανδαλισμοί αυτοί δεν έμεναν ατιμώρητοι καθώς υπήρχαν διατάγματα που προέβλεπαν πως όποιος βλάψει αγάλματα του φαραώ ή που έχει προσφέρει ο φαραώ θα έχει ως συνέπεια να χάσει την περιουσία του και αποκλείεται από το δικαίωμα της ταφής και κατά συνέπεια τής μετά θάνατόν ζωής.

Η καταστροφή ενός αγάλματος – και μιας μούμιας – υπήρχε ως πρακτική ήδη από το 4.000 π.Χ. και χρησιμοποιούνταν συχνά ως μέθοδος εξόντωσης των αντιπάλων, ακόμη και μεταξύ θεών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που αναφέρει ο Πλούταρχος, ο οποίος τον 1ο αι. μ.Χ. περιγράφει τον ακρωτηριασμό του σώματος του Οσίριδος από τον αδελφό του Σεθ ως τον απόλυτο τρόπο εξαφάνισης του πρώτου από τον δεύτερο.

Οι τρόποι «απενεργοποίησης» της δύναμης ενός ειδώλου ήταν πολλοί και διαφορετικοί: ακρωτηριασμός, καύση, αποκεφαλισμός, διάλυση, αναστροφή (η βάση προς τον ουρανό και το κεφάλι στη γη) και ταφή, δεδομένου ότι οι Αιγύπτιοι πίστευαν πως από τη στιγμή που ένα κομμάτι πρώτης ύλης αποκτούσε ανθρώπινη μορφή, μπορούσε αυτομάτως να μιλάει και να περπατά. Κατά συνέπεια προκαλώντας φθορές στα μέλη του, αφαιρούσαν και την ικανότητά του να μιλάει, να αναπνέει, να βλέπει, να ακούει και να περπατά.

Μια ματιά στο πορτρέτο της πρώτης γυναίκας φαραώ, της Χατσεψούτ, που βρίσκεται στο μουσείο του Μπρούκλιν, είναι αρκετή για να καταλάβουμε τον τρόπο σκέψης των αρχαίων Αιγυπτίων. Μετά τον θάνατό της ο διάδοχός της Τούθμωσις Γ’ θέλησε να σβήσει το όνομά της από την Ιστορία και να παρουσιάσει ότι δεν υπήρξε κενό στη διαδοχή αρσενικών φαραώ. Από το κεφάλι της Χατσεπσούτ που ήταν προσαρμοσμένο στο σώμα Σφίγγας αποσπάστηκε το άνω μέρος μιας κόμπρας που κοσμούσε το μέτωπό της και είχε αποτροπαϊκό χαρακτήρα. Μαζί «εξαφανίστηκε» η βασιλική γενειάδα από το πηγούνι – σύμβολο βασιλικής νομιμότητας – και η μύτη κόπηκε ώστε το πνεύμα της να μην μπορεί να αναπνέει. Για να είναι εντελώς σίγουροι οι εχθροί της ότι δεν θα έχει δύναμη, τελικά αποκεφάλισαν τη Σφίγγα.

Οι λόγοι των επιθέσεων

Αποκαλυπτική για τους λόγους καταστροφής ενός γλυπτού είναι και η κατάσταση της επιγραφής που το συνοδεύει. Αν έχει επιχειρηθεί να σβηστεί το όνομα, η κίνηση αυτή σημαίνει ότι η επίθεση έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας, όταν η ιερογλυφική γραφή ήταν ακόμη κατανοητή. Οι λόγοι για τέτοιου είδους επιθέσεις ήταν είτε προσωπικοί, είτε στην περίπτωση ενός εγκληματία, ενός τυμβωρύχου επί παραδείγματι, επειδή με τον τρόπο αυτό θα απέφευγε την εκδίκηση του νεκρού.

Εάν το όνομα είναι άθικτο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η καταστροφή να συντελέστηκε κατά την Yστερη Αρχαιότητα, σε μια εποχή που οι πρώτοι xριστιανοί γνώριζαν τις θεωρίες γύρω από τη δύναμη των αγαλμάτων και ο ακρωτηριασμός τους εντασσόταν στην προσπάθεια εξάλειψης του παγανισμού, ενώ μετά τον 7ο αι μ.Χ. τα «νεκρά» πλέον είδωλα αποτέλεσαν υψηλής ποιότητας πρώτη ύλη για οικοδομικές εργασίες, αφού πλέον είχαν παίξει τον ρόλο τους επί αιώνες σε πολιτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις.

error: Content is protected !!