Ο Αργαλειός: Από την παραδοσιακή οικοτεχνία της Ιερισσού και της Χαλκιδικής

Η τέχνη του αργαλειού ανήκει πια ανεπιστρεπτί σε μία άλλη εποχή. Η ανάγκη ύφανσης προσωπικών ειδών καθημερινής χρήσης καθιστούσε απαραίτητη την ύπαρξή του σε κάθε σπίτι. Ο αργαλειός ήταν στημένος σε υπόγεια, σε αυλές και σε χώρους όσο το δυνατόν πιο ευάερους και δροσερούς, καθώς η εργασία ήταν καθημερινή και πολύωρη.

Οι αργαλειοί ήταν ως επί τω πλείστον κατασκευασμένοι από ξύλο καστανιάς. Στην πλειοψηφία τους ήταν επιδαπέδιοι αλλά κάποιοι στήνονταν και στον τοίχο. Η παραγγελία τους γινόταν σε μαραγκούς της περιοχής, που επιστράτευαν όλη τους την επιδεξιότητα, για να τους φτιάξουν όσο το δυνατόν πιο σταθερούς και αλφαδιασμένους, προκειμένου τα υφαντά να βγαίνουν ίσια, και για το λόγο αυτό πολλές γυναίκες κατέφευγαν στην κατασκευή σιδερένιου αργαλειού.

Πέρα από τον αργαλειό, υπήρχαν πολυάριθμα ακόμη βοηθητικά εργαλεία, όπως τα λανάρια για το ξύσιμο του μαλλιού, το τυλιγάδι και η φούρκα, τα αδράχτια, η ρόκα με το σφοντύλι, το ροδάνι και η ανέμη για το τύλιγμα της κλωστής σε μασούρια, οι ξίγκλες για το τέντωμα του υφαντού και η κλουβωσιά.

Για να ετοιμαστεί ο αργαλειός χρειαζόταν προεργασία για το στήσιμό των εξαρτημάτων του μαζί με το νήμα που θα αποτελούσε τη βάση του υφαντού, το λεγόμενο στημόνι, το οποίο ήταν αγοραστό. Η φάση αυτή ονομαζόταν διασίδι και απαιτούσε συνεργασία περισσότερων ατόμων για να ολοκληρωθεί. Πρωτίστως το νήμα τυλιγόταν σε κατάλληλο αριθμό από καλαμοκάνια (μεγάλα μασούρια) και αυτά με τη σειρά τους τοποθετούνταν στην κλουβωσιά/κλουβί (ξύλινη κατασκευή).

Μια γυναίκα έπαιρνε τις άκρες των νημάτων τους και περπατώντας διένυε μεγάλη απόσταση (20-25 μέτρα), που καθοριζόταν από το μήκος του υφαντού που επιθυμούσε. Στο έδαφος βρισκόταν τοποθετημένοι πάσσαλοι γύρω από τους οποίους, τύλιγε το σύνολο των νημάτων χιαστί, ώστε να σχηματιστούν οχτάρια. Όταν τελείωνε το νήμα και δημιουργούνταν πλήθος από κλωστές, στη μία άκρη των νημάτων τοποθετούνταν το πίσω αντί, (ξύλινο κυλινδρικό μακρόστενο εξάρτημα), στο οποίο τυλιγόταν ισομερώς κατανεμημένο όλο το μήκος των νημάτων, εκτός από τις άκρες τους.

Στο σημείο αυτό ξεκινούσε το λεγόμενο παραμάτισμα, δηλαδή η διαδικασία που θα καθόριζε αργότερα το σχέδιο του υφαντού, και με την οποία καταπιάνονταν λίγες μόνο γυναίκες, οι παραματίστρες, άλλοτε έναντι αμοιβής και άλλοτε όχι. Γνωστές παραματίστρες ήταν η Μαρία Κουκούδα, η Θεοδώρα Πάππα και η Βαγγελίτσα Γιαννάκη. Η παραματίστρα καθόταν αντικριστά με μια άλλη γυναίκα έχοντας ανάμεσά τους τα μυτάρια, (ξύλινα εξάρτηματα με πολλές κάθετες κλωστές), ώστε να περάσουν τις άκρες των νημάτων από το κατάλληλο σημείο.

Πέρα από τα μυτάρια οι άκρες των νημάτων περνούσαν και από το χτένι, το οποίο τοποθετούνταν μέσα στο ξυλόχτενο (που πηγαινοερχόταν χτυπώντας την κλωστή στο υφαντό) και ασφάλιζε. Τέλος οι άκρες των νημάτων κατέληγαν μπροστά στην υφάντρα που τις έδενε σε σταθερό σημείο του αργαλειού για να ξεκινήσει την ύφανση.

Η ύφανση γινόταν με λεπτότερη κλωστή το λεγόμενο υφάδι. Εάν το υφάδι ήταν αγοραστό, τα πράγματα ήταν απλούστερα για τις υφάντρες, διαφορετικά έπρεπε την άνοιξη να προμηθευτούν μαλλί από βοσκούς, του οποίου μάλιστα η αξία ήταν υπολογίσιμη, που έπρεπε να πλυθεί πολύ καλά για να απομακρυνθεί η βρωμιά (μαλόρκος) και να στεγνώσει, για να ξεκινήσει η διαδικασία μετατροπής του σε κλωστή. Αυτό γινόταν με το αδράχτι στο αριστερό χέρι και με το δεξί στριβόταν το μαλλί για τη δημιουργία νήματος.

Αφού είχαν πλέον δημιουργηθεί θηλιές από κλωστές ακολουθούσε η βαφή. Εντυπωσιακά χρώματα προέκυπταν είτε με φυσικές βαφές από καρυδότσουφλα, κρεμμυδόφυλλα και αγριόχορτα, τα οποία έδιναν καφέ, μπεζ και κιτρινωπό χρώμα αντίστοιχα, είτε με βαφές του εμπορίου σε σκόνη που διαλύονταν σε βραστό νερό σε καζάνια με χοντρό αλάτι ή στύψη, στο οποίο βυθιζόταν οι κλωστές μέχρι να αποκτήσουν το επιθυμητό χρώμα. Αφού στέγνωνε και πάλι τυλιγόταν με κατάλληλη διαδικασία σε μασουράκια.

Τα μασουράκια έμπαιναν στο εσωτερικό της σαΐτας (ελλειψοειδής ξύλινη κατασκευή), την οποία περνούσε η υφάντρα ανάμεσα από τα νήματα του αργαλειού, πατώντας τις πατήτρες, που ανεβοκατέβαζαν τα νήματα με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργηθεί το υφαντό με το αντίστοιχο σχέδιο. Τα απλούστερα υφαντά ονομάζονταν «χτυπητά» και γινόταν με 2 πατήτρες, ενώ τα πιο περίπλοκα και πολύχρωμα ονομάζονταν «κρητικά» και γινόταν με 4 πατήτρες.

Πολύ γνωστά σχέδια είναι: της κούκλας το μάτι (ρόμβοι), του Βαγγιά το σχέδιο, ο ήλιος, οι πλάκες (τετράγωνα), οι καγκέλες (ζιγκ ζαγκ) και τα μπιλεντένια. Ανάλογα με το σχέδιο για την ολοκλήρωση του εργόχειρου ακόμη και με πολύωρη ενασχόληση καθημερινά μπορεί να χρειαζόταν χρόνος μέχρι και 2 ή και 3 εβδομάδων, τα δε υφαντά λόγω μικρού πλάτους ράβονταν για να ενωθούν μεταξύ τους ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζονταν. Τα εργόχειρα ήταν όχι απλά χρηστικά, όπως κουβέρτες, σεντόνια, φλοκάτες, χαλάκια, ύφασμα για μάλλινα ρούχα (γρίζο), εσώρουχα, τρόκνιες, αλλά και διακοσμητικά για τον τοίχο και γυναικείες ποδιές.

Η πλειοψηφία των γυναικών της Ιερισσού ασχολούνταν με την τέχνη του αργαλειού, που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά, άλλοτε μόνο ερασιτεχνικά και άλλοτε και κατ’ επάγγελμα καθώς αναλάμβαναν παραγγελίες. Ερασιτεχνικά ασχολήθηκε και η κα Θελξινόη Ψέμμα, η οποία προσπαθώντας να μας εξηγήσει την όλη διαδικασία, παραδέχεται αφενός την πολυπλοκότητα τόσο της προετοιμασίας όσο και της ύφανσης και αφετέρου την κούραση και την «κλεισούρα» για ώρες.

Η αναγκαιότητα παραγωγής πολλών υφαντών ανάγκαζε μάλιστα πολλές από τις γυναίκες να ξεκινήσουν σε πολλή μικρή ηλικία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει από προσωπική της εμπειρία η κ. Λίνα Παναγιωτίδου, που χαριτολογώντας λέει ότι δεχόταν πίεση από τη μητέρα της για να φτάσουν τα πόδια της στις πατήτρες και να μάθει έτσι από νωρίς την τέχνη! Ένα άλλο περιστατικό που μας εξιστόρησε και αξίζει να αναφερθεί είναι ότι στο σεισμό του 1932, παρά την κατάρρευση μιας στέγης πάνω σε έναν αργαλειό, αυτός έμεινε άθικτος και μάλιστα το εργόχειρο που είχε ήδη ξεκινήσει να υφαίνεται συνεχίστηκε μέχρι και το τέλος. Επίσης , δεν έλειπε και το τραγούδι κατά τη διάρκεια της ύφανσης.

Γνωστές για την καλλιφωνία τους οι γυναίκες της Ιερισσού συνήθιζαν να τραγουδούν ξεδιπλώνοντας παράλληλα κι αυτό το χάρισμα τους πάνω απ΄ τον αργαλειό, όπως μας εξομολογείται ότι έκανε και η κυρία Βενετία Χασάπη.

Σε κάθε περίπτωση όμως το αποτέλεσμα τελικά τις δικαίωνε. Αριστουργήματα μοναδικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ευφάνταστα και άριστα διατηρημένα ξεπηδούν από τους καλά φυλασσόμενους χώρους αποθήκευσης των σπιτιών τους και μας ταξιδεύουν σε μία άλλη εποχή.

Δυστυχώς, με το πέρασμα του χρόνου και την άνοδο του εμπορίου, η ενασχόληση με τον αργαλειό άρχισε σταδιακά να φθίνει, έως ότου περιορίστηκε στο ελάχιστο η παραγωγή των υφαντών με τον παραδοσιακό αυτό τρόπο. Αν και είχε επιβιώσει για χιλιάδες χρόνια, ήδη από την αρχαιότητα, σε κάποια χρόνια η τέχνη αυτή θα είναι εντελώς θεωρητική.

Προσωπικά αισθανόμαστε τυχερές που μπορέσαμε να μάθουμε τόσες λεπτομέρειες για τον αργαλειό, τη λειτουργία και τη χρησιμότητά του και θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την κ. Λίνα Παναγιωτίδου, την κ. Βενετία Χασάπη και την κ. Θελξινόη (Νούλα) Ψέμμα, που μας δέχτηκαν με αρκετή αγάπη και ζεστασιά, με προθυμία μας έδειξαν τα μοναδικά δημιουργήματα τους και κατόρθωσαν παράλληλα μέσα από τις αφηγήσεις τους να μας μεταφέρουν με γλαφυρότητα την αίσθηση μιας άλλης εποχής.

ΤΑ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ

    Ρόκα (η αρχαία ηλακάτη): Ένα ραβδί που το ένα άκρο του καταλήγει σε δύο κύκλους σε σχήμα Φ που μέσα τους έμπαιναν και συγκρατούνταν οι τουλούπες (μαλλί) για το γνέσιμο.

    Αδράχτι: Ξύλινη βέργα που έστριβε ο χρήστης για να γίνει κλωστή το μαλλί και στη συνέχεια την τύλιγε.

    Ροδάνι: μικρός τροχός (κλωστικής μηχανής), που παίρνει κίνηση από ένα μεγαλύτερο και έτσι περιστρέφεται με μεγαλύτερη ταχύτητα και κινεί το αδράχτι πάνω στο οποίο τυλίγεται το νήμα.

    Ανέμη: όργανο της υφαντικής, με οριζόντια περιστρεφόμενη στεφάνη, γύρω από την οποία τεντώνουν τουλούπες (κούκλες) νήματος για να το τυλίξουν σε κουβάρι ή μασούρι·

    Φουρκα: Ξύλινος πάσσαλος που καταλήγει σε διχάλα.

    Κλουβί: Ορθογώνια ξύλινη κατασκευή που έχει μασουρίτσες από καλάμια που τυλίγονται τα νήματα για να δημιουργηθεί το στημόνι.

    Λανάρι : εργαλείο με το οποίο ξαίνεται και καθαρίζεται το μαλλί πριν από το κλώσιμο

    Δρούγα: Ίδια βέργα που στην άκρη του κάτω μέρους της συγκροτούσε το σφοντύλι, που βοηθούσε στο στρίψιμο για την παρασκευή του νήματος.

    Σφοντύλι: Στρογγυλό πέτρινο εξάρτημα με τρύπα που τοποθετείται στην δρούγα για να την διευκολύνει στην περιστροφή.

    Αντιά: δύο στρογγυλά ξύλα με διάμετρο 10-15 εκατοστών που στο ένα άκρο έχουν τετράγωνη κατάληξη με τέσσερις τρύπες. Στο μπροστινό τυλίγεται το υφαντό καθώς φτιάχνεται, ενώ πάνω στο άλλο στο πίσω μέρος, τυλίγεται το στημόνι.

    Χτένι: παραλληλόγραμμο με ύψος 10-12 εκατοστά περίπου, με πλήθος από λεπτά δόντια από καλάμι που προσαρμόζονται σε δύο στενά παράλληλα καλάμια ή ξύλα.

    Μιτάρια: κυλινδρικά ξύλα παράλληλα μεταξύ τους που πάνω τους είναι δεμένοι πολλοί λεπτοί σπάγκοι. Ανάλογα με το υφαντό άλλοτε χρησιμοποιούσαν δύο και άλλοτε τέσσερα.

    Ξυλόχτενο: δύο οριζόντια ξύλα με αυλακιές. Αυτά δένονταν με δύο μικρότερα ξύλα κάθετα. Μέσα τους προσαρμόζεται και κλειδώνει το χτένι με το οποίο χτυπιέται το υφάδι.

    Σαΐτα: ξύλο ελλειψοειδές που ήταν σκαμμένο εσωτερικά και κατά μήκος συγκρατούσε μια βέργα. Στη βέργα τύλιγαν το βαμβακερό νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.

    Μασούρι: ξύλο λεπτό, μήκους 40-50 εκατοστών που τύλιγαν πάνω του το μάλλινο νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.

    Πατήτρες: δύο μικρά ξύλα συνδεδεμένα με τα μυτάρια που τα πατούσαν διαδοχικά. Έτσι άνοιγε το στημόνι (το στόμα) για να περνάει η σαΐτα.

Κείμενο: ΕΛΕΩΝΟΡΑ ΓΚΑΓΚΑΝΑ- ΒΙΒΗ ΛΕΜΠΙΔΑ

Ψηφιακή Επιμέλεια: Χρήστος Καραστέργιος

error: Content is protected !!